Ιστορίες απ’ το χωριό…

Λεξιλόγιο του χωριού μας.. έτσι για να ξέρουμε και ‘μεις οι «πρωτευουσιάνοι» τι μας γίνεται!

Η ιδέα ξεκίνησε αυτό το καλοκαίρι, με λέξεις που άκουγα συνεχώς, όμως δεν καταλάβαινα. Και θα μου πείτε σιγά το πρόβλημα. Όταν όμως κάποιος σου λέει ότι πρέπει να ρίξεις μια μούστρα ή σε ρωτάει αν θες σαλαμούρα, ε και συ κάτι πρέπει να απαντήσεις! Άρχισα λοιπόν να τις καταγράφω γιατί πραγματικά η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο! Με περηφάνια ομολογώ, σας παρουσιάζω την ιστορία μου.

«Ένα τσιμπακούκι ήρθε το πουρνό στο παραθύρι μου και με ξύπνησε. Άνοιξα τα μάτια και κοιτάζοντας τις τράβες παρατήρησα ότι είχαν γεμίσει μπουχό. Σηκώθηκα με δυσκολία. Πήγα στον καμπινέ, πλύθηκα. Τότε ένιωσα μια πασπάλα στο στόμα και έφαγα λίγο σαλαμούρα για να μαλαγρώσω.

Βγαίνοντας απ’ το σπίτι, με θέρισε το φυγιό. Καθώς περπατούσα σκέφτηκα πόσα πολλά είχα να κάνω σήμερα, γι’ αυτό έριξα μια μούστρα και κατέβηκα γρήγορα γρήγορα την κουρουλίμα. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λούμπες απ’ την χτεσινή βροχή, και αυτό όσο να ναι δυσκόλευε τη μούστρα μου. Ξαφνικά είδα μπροστά μου το άλογο του μπρούκλη του γείτονα να μαρκαλεύει μια φοράδα. Αφού το προσπέρασα, έφτασα τελικά στο χωράφι, όπου μάζεψα πολλά σακιά χαρούπια και ξεκίνησα να τα θηκιάζω. Στο τέλος έριξα και ένα ξερουμάνιασμα γύρω γύρω!

20160111_140536.jpg

Έτσι πήρα το δρόμο του γυρισμού. Μπήκα σπίτι, πέρασα τη μεσάντρα και έβαλα το λεβέτι στη φωτιά. Αφού έφαγα, κοιμήθηκα κουρασμένος πάνω στη μπλόζα

Λεξιλόγιο:

Τσιμπακούκι= το σπουργιτάκι

Τράβες= τα ξύλα της σκεπής, αντ.: τάβλες.

Μπουχός= η σκονή

Πασπάλα= 1) όταν στεγνώνει το στόμα 2) χιόνι που πέφτει στις κορυφές του βουνού, όχι όμως υπερβολικά. Σημ.: αν το στρώσει, τότε και μόνο τότε λέμε: το πάτησε!

Σαλαμούρα= 1) το λαδολέμονο 2) μετά από διαπραγματεύσεις: η άλμη

Μαλαγρώνω= γλυκαίνω, μαλακώνω.

Φυγιό= το κρύο, ο κρύος αέρας.

Μούστρα= η τρεχάλα.

Κουρουλίμα= η κατηφόρα. Συγκεκριμένα η κατηφόρα χωματόδρομου με πέτρες, βάτα κ.λπ.

Λούμπα= λακκούβα με νερό.

Μπρούκλης= ο ψευτολεφτάς.

Μαρκαλεύω= η ερωτική πράξη των ζώων, (και όχι μόνο).

Θηκιάζω= η πράξη κατά την οποία έχεις τοποθετήσει κάτι μέσα σε τσουβάλι (π.χ ελιές, χαρούπια, καρπό) και πρέπει να το τινάξεις ελαφρά ώστε και να μπορείς να δέσεις το τσουβάλι καλύτερα, αλλά και να χωρέσεις μέσα σε αυτό ακόμα περισσότερο περιεχόμενο.

Ξερουμάνιασμα= το βγάλσιμο των αγριόχορτων γύρω από το χωράφι.

Μεσάντρα= τοίχος στο εσωτερικό του σπιτιού, που χωρίζει το σπίτι στα δύο.

Λεβέτι= μεγάλη κατσαρόλα.

Μπλόζα= τα άχυρα, συν.: μποτονός.

Μαρίνα Π.

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Ιστορίες απ’ το χωριό…

  1. Ο/Η Βίκυ Κ. λέει:

    Είσαι θεά κορίτσι μου!!!!!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s